Ο Πόλεμος ΗΠΑ–Ιράν και η Στρατηγική της Επιμήκυνσης
Αν στο πρώτο μέρος τέθηκε το ερώτημα του «2ου Σταδίου», στο παρόν αρχίζει να διαφαίνεται το πεδίο μέσα στο οποίο αυτό διαμορφώνεται.
Και αυτό το πεδίο δεν είναι θεωρητικό. Είναι απολύτως συγκεκριμένο. Είναι ο πόλεμος ΗΠΑ–Ιράν.
Όχι ως μεμονωμένο γεγονός, αλλά ως διαδικασία που εξελίσσεται με τρόπο που δεν συνάδει με μια σύντομη, περιορισμένη σύγκρουση.
Αντίθετα, όλα δείχνουν ότι η διάρκεια είναι στοιχείο του σχεδιασμού και όχι αποτέλεσμα απρόβλεπτων εξελίξεων.
Η αρχική εκτίμηση των «δύο εβδομάδων» και η κατάρρευσή της
Οι πρώτες εκτιμήσεις έκαναν λόγο για μια σύντομη σύγκρουση, διάρκειας περίπου δύο εβδομάδων. Μια ελεγχόμενη ένταση που θα οδηγούσε σε ταχεία αποκλιμάκωση.
Ωστόσο, ήδη από τα πρώτα γεγονότα, αυτή η εκτίμηση άρχισε να καταρρέει. Ο θάνατος του πρόσφατα διορισμένου ή εκλεγμένου ηγέτη του Ιράν δεν οδήγησε σε αποσταθεροποίηση με όρους διάλυσης, αλλά σε αναδιάταξη.
Το ιρανικό σύστημα εξουσίας, βαθιά διασυνδεδεμένο και πολυεπίπεδο, δεν εξαρτάται από ένα πρόσωπο. Αντίθετα, δείχνει ικανό να απορροφά πλήγματα και να συνεχίζει.
Οι δηλώσεις πολιτικών, οι αντιδράσεις αναλυτών και κυρίως οι στρατιωτικές κινήσεις δημιουργούν μια διαφορετική εικόνα.
Όχι ενός πολέμου που βαίνει προς λήξη, αλλά ενός πολέμου που σταδιακά επιμηκύνεται.
Το σενάριο να φτάσει μέχρι το φθινόπωρο δεν μοιάζει πλέον ακραίο. Αντίθετα, αρχίζει να εντάσσεται σε μια λογική χρονικής διαχείρισης.
Η παραίτηση που αλλάζει την ανάγνωση του πολέμου
Καθοριστικό στοιχείο αποτελεί η παραίτηση του επικεφαλής της αντικατασκοπείας των Ηνωμένων Πολιτειών. Όχι ως διοικητικό γεγονός, αλλά ως πολιτικό μήνυμα.
Η δημόσια τοποθέτησή του ότι «το Ιράν δεν αποτελούσε άμεση απειλή» και ότι ο πόλεμος ξεκίνησε υπό πίεση από το Ισραήλ και το ισχυρό λόμπι του, μεταβάλλει τη βάση της ανάλυσης.
Όταν ένας πόλεμος δεν προκύπτει από άμεση απειλή αλλά από στρατηγική επιλογή, τότε και η διάρκειά του δεν καθορίζεται από την ένταση των συγκρούσεων, αλλά από τους στόχους που εξυπηρετεί.
Με άλλα λόγια, ο χρόνος γίνεται εργαλείο.
Οι τρεις άξονες πίσω από τη σύγκρουση
Οι πληροφορίες που δημοσιοποιούνται, αλλά και η ίδια η εξέλιξη των γεγονότων, συγκλίνουν σε τρεις βασικούς άξονες.
Ο πρώτος αφορά την οικονομία του πολέμου. Η αύξηση των πωλήσεων όπλων δεν είναι παράπλευρο αποτέλεσμα. Είναι βασικό κίνητρο. Κάθε ημέρα σύγκρουσης μεταφράζεται σε οικονομική δραστηριότητα για την αμυντική βιομηχανία.
Ο δεύτερος σχετίζεται με τον πολιτικό κύκλο. Οι εκλογές που πλησιάζουν, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, δημιουργούν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο ο πόλεμος μπορεί να αξιοποιηθεί πολιτικά. Η ένταση συσπειρώνει, μετατοπίζει την ατζέντα και επανακαθορίζει προτεραιότητες.
Ο τρίτος και σημαντικότερος άξονας αφορά τη γεωστρατηγική. Η ανάγκη να «κλείσουν» οι εκκρεμότητες στη Μέση Ανατολή προς όφελος του Ισραήλ, ώστε να απελευθερωθούν πόροι και προσοχή για τη μελλοντική αντιπαράθεση με την Κίνα. Αυτό το στοιχείο συνδέει τον παρόντα πόλεμο με ένα ευρύτερο χρονικό ορίζοντα.
Από τη Μέση Ανατολή στον Ειρηνικό: η σκιά του 2034
Η αναφορά σε ένα πιθανό σενάριο σύγκρουσης γύρω στο 2034 δεν είναι απλώς προϊόν λογοτεχνικής φαντασίας.
Αντίθετα, βασίζεται σε πραγματικές στρατηγικές ανησυχίες.
Η Κίνα επενδύει συστηματικά σε τεχνολογίες κυβερνοπολέμου και σε αυτόνομα οπλικά συστήματα. Η πιθανότητα ακινητοποίησης ενός στόλου χωρίς συμβατική σύγκρουση μεταβάλλει ριζικά τη φύση του πολέμου.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Μέση Ανατολή δεν είναι το τελικό πεδίο. Είναι ενδιάμεσο. Ένα πεδίο που πρέπει να σταθεροποιηθεί – ή να ελεγχθεί – πριν η στρατηγική μετατοπιστεί αλλού.
Η ενέργεια ως πολλαπλασιαστής ισχύος
Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου λειτουργεί ως κρίσιμος παράγοντας. Οι τιμές καυσίμων, που ήδη φτάνουν σε υψηλά επίπεδα, επιβαρύνουν τις οικονομίες της Δύσης, αλλά ταυτόχρονα ενισχύουν χώρες όπως η Ρωσία.
Με αυτόν τον τρόπο, ο πόλεμος δεν επηρεάζει μόνο το στρατιωτικό πεδίο, αλλά και το οικονομικό ισοζύγιο ισχύος.
Η ενεργειακή διάσταση μετατρέπει μια περιφερειακή σύγκρουση σε παγκόσμιο οικονομικό γεγονός. Και αυτό αυξάνει τη σημασία της διάρκειας. Όσο περισσότερο διαρκεί, τόσο μεγαλύτερες είναι οι ανακατατάξεις.

Οι πρώτες ενδείξεις στρατιωτικής κλιμάκωσης
Η αποστολή πεζοναυτών και η προετοιμασία για πιθανές επιχειρήσεις εδάφους αποτελούν σαφείς ενδείξεις ότι η σύγκρουση δεν περιορίζεται σε αεροπορικά ή πυραυλικά πλήγματα.
Η μετάβαση σε επιχειρήσεις μεγαλύτερης κλίμακας δεν είναι δεδομένη, αλλά βρίσκεται πλέον στο φάσμα των πιθανών εξελίξεων.
Παράλληλα, η προγραμματισμένη επίσκεψη του Τραμπ στην Κίνα – ακόμη και αν αναβληθεί – δείχνει ότι οι δύο μεγάλοι άξονες, Μέση Ανατολή και Ασία, δεν είναι ανεξάρτητοι. Αντίθετα, συνδέονται.
Το σημείο ισορροπίας: Ισραήλ και Ιράν
Τελικά, η διάρκεια του πολέμου φαίνεται να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από δύο παράγοντες: το Ισραήλ και το Ιράν.
Οι αποφάσεις τους, οι αντοχές τους και οι στρατηγικές επιλογές τους καθορίζουν το εύρος και τον χρόνο της σύγκρουσης.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι υπόλοιποι δρώντες είναι αμέτοχοι. Αντίθετα, επηρεάζουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτές οι αποφάσεις λαμβάνονται.
Η σημασία για το «2ο Στάδιο»
Αν το πρώτο μέρος έθεσε το ερώτημα του «2ου Σταδίου», το παρόν αρχίζει να δείχνει το περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτό θα εκδηλωθεί.
Ένας πόλεμος που δεν τελειώνει γρήγορα, μια διεθνής σκηνή που αναδιατάσσεται και μια λογική επιμήκυνσης που μετατρέπει τον χρόνο σε στρατηγικό εργαλείο.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο αν ο πόλεμος θα συνεχιστεί.
Είναι ποιοι θα εμπλακούν όσο συνεχίζεται.
Και κυρίως, ποιοι θα βρεθούν σταδιακά να συμμετέχουν χωρίς να το έχουν επιλέξει ρητά.
Και εδώ αρχίζει να επανέρχεται η Ελλάδα στο κάδρο.
Όχι ακόμη ως πρωταγωνιστής, αλλά ως μέρος ενός χώρου που αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία.
Στο επόμενο μέρος, αυτός ο χώρος θα αποκτήσει πιο καθαρά χαρακτηριστικά. Γιατί η εικόνα της Δύσης, που θεωρούνταν ενιαία, αρχίζει να παρουσιάζει ρωγμές. Και μέσα σε αυτές τις ρωγμές, δημιουργούνται νέες ισορροπίες.
#Ελλάδα #ΗΠΑ #Ιράν #Πόλεμος #ΜέσηΑνατολή #Γεωπολιτική #Ενέργεια #Πετρέλαιο #Ισραήλ #Κίνα #Στρατηγική