Η ιστορία του ατρόμητου Κρητικού π. Λευτέρη Νουφράκη.
«Όλα φαίνονται ακατόρθωτα, μέχρι να γίνουν» Νέλσον Μαντέλα (1918-2013)
Κωνσταντινούπολη, Ιανουάριος του 1919.
H Τουρκία έχει ηττηθεί από τους συμμάχους, κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Οι Σύμμαχοι έχουν αποφασίσει να μοιραστούν τα εδάφη της και η Πόλη είναι υπό συμμαχική επικυριαρχία – κατοχή (Άγγλοι, Γάλλοι, Έλληνες και Ιταλοί). Ύπατος Αρμοστής του Ελληνικού Βασιλείου στην Κωνσταντινούπολη ορίστηκε τότε ο Ευθύμιος Κανελλόπουλος.
Στο Κεράτιο Κόλπο ναυλοχούν ελληνικά πολεμικά πλοία με Ναυαρχίδα το Θωρηκτό “ΑΒΕΡΩΦ”, τα οποία βρίσκονται εκεί για να μεταφέρουν στην Ουκρανία το Ελληνικό εκστρατευτικό σώμα.
Μια βάρκα φέρνει στη στεριά τέσσερις αξιωματικούς και έναν παπά από τα πολεμικά πλοία. Είναι ο στρατιωτικός ιερέας παπά-Λευτέρης Νουφράκης, ο ταξίαρχος Φραντζής, ο ταγματάρχης Λιαρομάτης, ο λοχαγός Σταματίου και ο υπολοχαγός Νικολάου.
Είναι βιαστικοί – έχουν ζητήσει από τον έλληνα βαρκάρη να τους πάει στην Αγια- Σοφιά.
Ο ατρόμητος Κρητικός ιερέας είχε συλλάβει την ιδέα να πάει και να λειτουργήσει στην Αγια-Σοφιά.
Τέσσερις Έλληνες αξιωματικοί συναποφάσισαν να τον συνοδεύσουν.
Μπαίνουν στην Αγια-Σοφιά.
«Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων…» και η Θεία Λειτουργία άρχισε.
Ο παπα-Λευτέρης είχε μαζί του το Ιερό Αντιμήνσιο, που αντιστοιχεί με Αγία Τράπεζα, που μπορεί πάνω σε αυτό να τελεστεί η Θεία Λειτουργία.
Ένα μικρό ξύλινο τραπεζάκι, τοποθετήθηκε εκεί που φαίνονταν τα χνάρια της Αγίας Τράπεζας, έβγαλε από την τσάντα του όλα τα απαραίτητα για τη Θεία Λειτουργία και ξεκίνησε. Ο ταγματάρχης Λιαρομάτης στα καθήκοντα του ιεροψάλτου. Ο υπολοχαγός Νικολάου στα καθήκοντα του νεωκόρου.

Τετρακόσια εξήντα έξι χρόνια από εκείνη την τελευταία Λειτουργία που έγινε λίγο πριν πέσει η Πόλη στα χέρια των Τούρκων.
Τετρακόσια εξήντα έξι χρόνια σε μια σκλαβωμένη εκκλησιά, που ο Χριστός και η Παναγιά είναι φυλακισμένοι μέσα στους τοίχους της, κάτω από στρώμα γύψου και ασβέστη μαζί με τους αγγέλους, μαζί με τους αγίους, μαζί μ’ εκείνον τον παπά, που θρυλείται πως χάθηκε στα σπλάχνα του τοίχου βαστώντας στα χέρια του το Άγιο Δισκοπότηρο, λίγο πριν μπουν στην εκκλησιά οι Τούρκοι, δίχως να έχει τελειώσει εκείνη την Θεία Λειτουργία.
Όμως, παρόντες είναι και πολλοί Τούρκοι, οι οποίοι είχαν έρθει εκεί για να προσευχηθούν στον προφήτη τους. Η Αγία Σοφία ήταν τζαμί.
Προσκομιδή, Μικρή είσοδος, Μεγάλη είσοδος, μνημόνευση των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων, «τα Σα εκ των Σων», καθαγιασμός των Τιμίων Δώρων.
Η Θεία λειτουργία ολοκληρώθηκε, οι αξιωματικοί κοινωνούν των Αχράντων Μυστηρίων, ο παπά-Νουφράκης καταλύει, αλλά όλο και περισσότεροι Τούρκοι πλησιάζουν, όλο και πιο επιθετικοί.
«Δι’ ευχών…». «Να μαζέψουμε τα Ιερά σκεύη», είπε ο παπά-Νουφράκης στους αξιωματικούς. «Τώρα φεύγουμε…»
Προχωρούν προς την έξοδο. Ο όχλος πλησιάζει απειλητικά.
Και ενώ οι Τούρκοι είναι έτοιμοι να τους επιτεθούν, εμφανίζεται ένας Τούρκος αξιωματούχος και τους λέει: «Ντουρούν χέμεν» (αφήστε τους να περάσουν), Το είπε με μίσος. Θα ή θελε να βάψει τα χέρια του με αίμα, αλλά αυτό επέβαλαν οι διεθνείς καταστάσεις. Δεν του διέφευγε ότι η Πόλη ήταν υπό την επικυριαρχία των συμμάχων και δύο Ελληνικές ετοιμοπόλεμες Μεραρχίας βρισκόταν στα ναυλουχούντα πλοία.
Γρήγορα η ομάδα των πέντε τολμηρών θα πάρουν τον δρόμο για το λιμάνι. Θα φθάσουν και θα επιβιβαστούν στην βάρκα χωρίς να τους εμποδίσει ο όχλος.
Όταν έγινε γνωστό το περιστατικό, ακολούθησε διπλωματικό επεισόδιο. Οι Τούρκοι και οι Σύμμαχοι διαμαρτυρήθηκαν έντονα στον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο. Εκείνος αναγκάστηκε τότε να επιπλήξει τον ιερέα. Όμως, στη συνέχεια, όχι μόνο τον επαίνεσε αλλά τον παρασημοφόρησε για την ηρωική και ύψιστης σημασίας πράξη του, που έκανε πραγματικότητα το πιο ιερό όνειρο του Γένους των Ελλήνων.