Εισαγωγή
Κάθε τόσο, το εγχώριο πολιτικό σκηνικό και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης εφευρίσκουν με περισσή ευκολία ένα νέο «φαινόμενο». Άλλοτε είναι το «φαινόμενο Κασιδιάρη», άλλοτε το «φαινόμενο Σαμαρά», άλλοτε πρόσωπα της επικαιρότητας και της κοινωνικής διαμαρτυρίας. Προβολείς ανάβουν, αναλύσεις επί αναλύσεων στήνονται στα τηλεοπτικά πάνελ, και ο πολίτης καλείται να πιστέψει πως εκεί εντοπίζεται η ρίζα του κακού ή η απόλυτη απειλή για το πολίτευμα.
Πρόκειται για έναν βολικό, αποπροσανατολιστικό μύθο. Όλα αυτά τα πρόσωπα και τα περιστασιακά ρεύματα δεν είναι τίποτε περισσότερο από επιφανειακά συμπτώματα. Το πραγματικό, μόνιμο και θεσμοποιημένο φαινόμενο της Μεταπολίτευσης έχει συγκεκριμένο όνομα, έδρα και ιστορική διαδρομή: είναι το φαινόμενο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος.
Η μεγάλη υποκρισία της Μεταπολίτευσης
Σε ολόκληρη την Ευρώπη, μετά την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ, ο σταλινικός ολοκληρωτισμός κατέρρευσε μαζί με τα σύμβολά του. Οι λαοί που βίωσαν στο πετσί τους τη στέρηση, τις διώξεις και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, πέταξαν τα κομμουνιστικά κόμματα στον κάλαθο των αχρήστων της ιστορίας. Στη Δυτική Ευρώπη, αντίστοιχα κόμματα είτε αυτοδιαλύθηκαν είτε μεταλλάχθηκαν.
Στην Ελλάδα συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Ενώ η βιομηχανία του υπαρκτού σοσιαλισμού έκλεισε παγκοσμίως, εμείς αποφασίσαμε να κρατήσουμε την επίσημη αντιπροσωπεία της ανοιχτή, στολισμένη και με πλήρη κρατική ασυλία.
Μετά το 1974, στο όνομα μιας δήθεν εθνικής συμφιλίωσης, το πολιτικό σύστημα χορήγησε πλήρη ιδεολογική και πολιτική άφεση αμαρτιών σε έναν μηχανισμό που ουδέποτε αποκήρυξε τον ένοπλο αγώνα του Εμφυλίου ενάντια στη νόμιμη πολιτειακή τάξη, ούτε τα εγκλήματα του σταλινισμού. Αντίθετα, του παραδόθηκε το μονοπώλιο της κοινωνικής ευαισθησίας και της προοδευτικότητας.
Το τίμημα: Αποβιομηχάνιση και διάλυση της παραγωγής
Αυτό το ιδεολογικό άλλοθι δεν έμεινε στη θεωρία. Μεταφράστηκε σε καταστροφική πράξη. Για δεκαετίες, ένας άκρατος, καθοδηγούμενος συνδικαλισμός επέβαλε τη δική του ομηρία στους χώρους δουλειάς. Με συνεχείς απεργίες, παράλογες διεκδικήσεις και μια διαρκή πολεμική απέναντι σε κάθε παραγωγική επένδυση, η ελληνική βιομηχανία αποστεώθηκε.
Μεγάλες μονάδες έκλεισαν, ναυπηγεία παράλυσαν, ο πρωτογενής τομέας και η μεταποίηση κατέρρευσαν, και η χώρα οδηγήθηκε σε μια παρασιτική οικονομία υπηρεσιών και δανεικών. Όλα αυτά στο όνομα της «εργατιάς». Μόνο που το αποτέλεσμα ήταν να οδηγηθεί ο εργαζόμενος της βάσης στην ανεργία, στη μετανάστευση και στην εξαθλίωση, ενώ ο κομματικός και γραφειοκρατικός μηχανισμός διατήρησε άθικτη την οικονομική του αυτάρκεια και τα προνόμιά του.

Μαχητική Δημοκρατία ή δύο μέτρα και δύο σταθμά;
Μια ώριμη δημοκρατία —αυτό που στη Γερμανία ορίζεται ως «μαχητική δημοκρατία»— θέτει σαφείς, αδιαπραγμάτευτες κόκκινες γραμμές απέναντι σε κάθε δύναμη που αρνείται την ελεύθερη δημοκρατική τάξη. Αποκλείει τόσο τον ναζισμό όσο και τον κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό.
Στην Ελλάδα, το κράτος λειτούργησε με επιλεκτική τύφλωση. Αποφάσισε να πολεμήσει —και ορθώς— τον ναζιστικό ολοκληρωτισμό, αλλά την ίδια στιγμή κλείνει το μάτι, ανέχεται και συνδιαλέγεται με τον σταλινικό ολοκληρωτισμό. Το καταστατικό του ΚΚΕ μιλά ρητά για ανατροπή του πολιτεύματος και εγκαθίδρυση της «δικτατορίας του προλεταριάτου», αλλά το σύστημα το θεωρεί «αναπόσπαστο κομμάτι του κοινοβουλευτισμού».
Αυτή ακριβώς η υποκρισία είναι που παράγει τα τέρατα. Όταν το κράτος αποδεικνύεται επιλεκτικό, προσφέρει στο αντίπαλο άκρο το απόλυτο επιχείρημα: «Γιατί αυτούς τους ανέχεστε κι εμάς μας διώκετε;» Η ασυλία του ενός τρέφει, νομιμοποιεί και γιγαντώνει την παρουσία του άλλου στη συνείδηση ενός αγανακτισμένου τμήματος της κοινωνίας.
Συμπεράσματα
Ο πραγματικός διχασμός στον τόπο δεν συντηρείται από τα πρόσκαιρα πρόσωπα που παρελαύνουν από τις ειδήσεις των οκτώ. Συντηρείται από την άρνηση της πολιτείας να κοιτάξει κατάματα την ιστορική αλήθεια και να απελευθερωθεί από το μεταπολιτευτικό της σύμπλεγμα.
Όσο ένα σταλινικό μόρφωμα απολαμβάνει κοινοβουλευτική νομιμοποίηση και ιδεολογική ασυλία, η ελληνική δημοκρατία θα παραμένει ανάπηρη, ευάλωτη σε άκρα και ανίκανη να συγκροτήσει ένα σύγχρονο, παραγωγικό και ενιαίο εθνικό μέλλον.
Επίλογος
Το εκπαιδευτικό σύστημα και τα συστημικά μέσα ενημέρωσης φρόντισαν επί δεκαετίες να κρατήσουν τη γνωστική στάθμη χαμηλά, αναπαράγοντας τα ίδια κλισέ. Σήμερα όμως, η ελεύθερη πρόσβαση στη γνώση και τα νέα τεχνολογικά εργαλεία στερούν από το σύστημα το μονοπώλιο της αφήγησης. Ο σκεπτόμενος πολίτης της βάσης οφείλει να ανοίξει τα μάτια, να παραμερίσει τους τεχνητούς αντιπερισπασμούς και να δείξει με το δάχτυλο το πραγματικό πρόβλημα. Μόνο τότε θα πάψει να είναι όμηρος μιας ιδεολογικής πλάνης που κόστισε ακριβά στην πατρίδα.
#ΚΚΕ #Μεταπολίτευση #Δημοκρατία #Πολιτική #Ελλάδα
2 Απαντήσεις
Δύο προσωπικότητες της αριστεράς τα είπαν όλα: Ο Τάκης Λαζαρίδης στο βιβλίο του “Ευτυχώς ηττηθήκαμε σύντροφοι” – Ο Μίκης Θεοδωράκης στο συλλαλητήριο για το όνομα της Μακεδονίας στο Σύνταγμα είχε πει μεταξύ άλλων “Ο πιο επικίνδυνος φασισμός είναι ο αριστερόστροφος”. Το έγκλημα μας είναι που αφήσαμε την αριστερά να αλώσει το χώρο της παιδείας.
Το σχόλιο αυτό χτυπάει ακριβώς στην καρδιά του άρθρου και συμπυκνώνει με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο την ιστορική πραγματικότητα: δεν προέρχεται από «αντιπάλους», αλλά από ανθρώπους που έζησαν, μάτωσαν και γνώρισαν την Αριστερά εκ των έσω.
Ο Τάκης Λαζαρίδης, καταδικασμένος σε θάνατο στη δίκη Μπελογιάννη, χρειάστηκε να περάσουν χρόνια για να γράψει το αδιανόητο για τους φανατικούς: «Ευτυχώς ηττηθήκαμε σύντροφοι». Γιατί κατάλαβε ότι αν είχαν νικήσει το 1949, η Ελλάδα θα είχε μετατραπεί σε ένα απέραντο γκουλάγκ, μια δορυφορική σοβιετική επαρχία εξαθλίωσης τύπου Αλβανίας ή Βουλγαρίας.
Ο Μίκης Θεοδωράκης, το απόλυτο πολιτισμικό σύμβολο του χώρου, όταν είδε τον εθνικό κίνδυνο και τη μετάλλαξη του καθεστωτικού δικαιωματισμού, δεν μάσησε τα λόγια του μπροστά σε εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες: «Ο πιο επικίνδυνος φασισμός είναι ο αριστερόστροφος». Ακριβώς επειδή κρύβεται πίσω από μια μάσκα ηθικής ανωτερότητας και προοδευτικότητας, καθιστώντας τον εαυτό του ανέλεγκτο.
Η κατάληξη του σχολίου —«Το έγκλημά μας είναι που αφήσαμε την αριστερά να αλώσει το χώρο της παιδείας»— δένει απόλυτα με το επιχείρημά για την πηγή του προβλήματος.
Όταν παραδόθηκαν τα σχολεία, τα πανεπιστήμια και τα ιστορικά αφηγήματα χωρίς καμία θεσμική αντίσταση, δημιουργήθηκε μια στρεβλή πραγματικότητα:
Απαγορεύτηκε η ιστορική κριτική στον κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό.
Εξισώθηκε η έννοια της εθνικής συνείδησης και της πειθαρχίας με τον «σκοταδισμό».
Εθίστηκαν ολόκληρες γενιές στην κουλτούρα της διαρκούς άρνησης, της ισοπέδωσης και της αποβιομηχάνισης.