fonientos 1

Η Εξέλιξη του Φωνή Εντός

Πένα & Ξίφος

Οι άμυνες της Δημοκρατίας και η ελληνική αφέλεια-Β΄

Πολιτικό σκίτσο με το κτίριο της Βουλής του 1975 με ανοιχτή πόρτα και πρόχειρες τροπολογίες.
Το Άρθρο 29 και οι πρόχειρες τροπολογίες απέναντι στα κόμματα-σφραγίδες

Το μεταπολιτευτικό τραύμα του 1975 – Μέρος Β

Εισαγωγή

Στο πρώτο μέρος της ανάλυσής μας, είδαμε πώς η μεταπολεμική Γερμανία οχύρωσε θεσμικά το πολίτευμά της, δημιουργώντας μια «Μαχητική Δημοκρατία» ικανή να απορροφά τους κραδασμούς και να εγκλωβίζει τις ακραίες φωνές μακριά από τους μοχλούς της εξουσίας. Εκεί, η ιστορική εμπειρία της κατάρρευσης της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης λειτούργησε ως οδηγός για τη θέσπιση απαράβατων κανόνων, ορίων και δικαστικών αναχωμάτων.

Αν χάσατε την ανάλυση για το γερμανικό μοντέλο, διαβάστε το Μέρος Α: Το γερμανικό θεσμικό τείχος.

Στην Ελλάδα, η ιστορική διαδρομή ακολούθησε εντελώς διαφορετικό μονοπάτι. Το ελληνικό συνταγματικό οικοδόμημα δεν χτίστηκε υπό τον φόβο της ακράτειας του κοινοβουλευτισμού, αλλά υπό τη σκιά των διώξεων, των απαγορεύσεων και της πρόσφατης τότε κατάλυσης των ελευθεριών. Η κατανόηση αυτής της αφετηρίας είναι απαραίτητη για να αντιληφθεί κανείς γιατί η χώρα παραμένει σήμερα θεσμικά απροστάτευτη απέναντι σε κόμματα-σφραγίδες, ευκαιριακούς σχηματισμούς και παρασκηνιακούς καθοδηγητές.

Η σκιά της Επταετίας και το βάρος του μετεμφυλιακού κράτους

Όταν η Ε’ Αναθεωρητική Βουλή συνέτασσε το Σύνταγμα του 1975, η χώρα έβγαινε μόλις από την τραυματική εμπειρία της στρατιωτικής δικτατορίας. Οι μνήμες της Επταετίας ήταν νωπές, αλλά εξίσου βαθιές ήταν και οι ουλές του μετεμφυλιακού κράτους: οι εξορίες, τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων και η διαρκής απαγόρευση πολιτικών κομμάτων και ιδεών.

Οι νομομαθείς και οι πολιτικές δυνάμεις της εποχής διακατέχονταν από έναν απόλυτα κατανοητό, για τα δεδομένα του 1974, φόβο: ότι αν δινόταν στην εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία ή στη δικαστική εξουσία το δικαίωμα να κρίνει και να θέτει εκτός νόμου πολιτικούς σχηματισμούς, το εργαλείο αυτό θα κατέληγε αργά ή γρήγορα σε όπλο φίμωσης των πολιτικών αντιπάλων.

Η προτεραιότητα τότε ήταν να διασφαλιστεί ότι κανένας πολίτης και καμία παράταξη δεν θα διωχθεί ξανά για τα πολιτικά της πιστεύω. Η ελληνική Μεταπολίτευση θέλησε να είναι ανοιχτή, γενναιόδωρη και συμπεριληπτική. Όμως, αυτή η ιστορικά δικαιολογημένη επιλογή άφησε πίσω της ένα τεράστιο θεσμικό κενό.

Το Άρθρο 29: Μια ασπίδα που κατάντησε αδυναμία

Ο πυρήνας αυτού του κενού βρίσκεται στο Άρθρο 29 (παράγραφος 1) του Συντάγματος. Εκεί ορίζεται μεν ότι η οργάνωση και η δράση των κομμάτων οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, αλλά δεν προβλέπεται καμία απολύτως κύρωση, ούτε μηχανισμός διάλυσης ή απαγόρευσης σε περίπτωση που αυτή η επιταγή παραβιαστεί.

Ενώ στη Γερμανία το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο έχει τη ρητή αρμοδιότητα να θέσει εκτός νόμου ένα μόρφωμα που δρα υπονομευτικά, στην Ελλάδα αποκλείστηκε συνειδητά οποιοδήποτε ειδικό δικαστικό σώμα με παρόμοια εξουσία. Το ελληνικό πολίτευμα εμπιστεύτηκε τυφλά την ωριμότητα του εκλογικού σώματος, θεωρώντας ότι οι πολίτες από μόνοι τους, μέσω της κάλπης, θα περιθωριοποιούν οτιδήποτε επικίνδυνο.

Πολιτικό σκίτσο με ζυγαριά όπου το ιστορικό τραύμα βαραίνει περισσότερο από τη θεσμική προστασία του πολιτεύματος.
Όταν ο φόβος του παρελθόντος υπερτερεί της θεσμικής θωράκισης.

Η πραγματικότητα των τελευταίων δεκαετιών διέψευσε αυτή την αισιοδοξία. Η παντελής απουσία προληπτικής θεσμικής άμυνας μετέτρεψε το Σύνταγμα σε θεατή των εξελίξεων. Όταν εμφανίστηκαν μορφώματα με ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά ή μορφώματα-κελύφη που καθοδηγούνταν στο παρασκήνιο από καταδικασμένα πρόσωπα, το κράτος βρέθηκε εντελώς απροετοίμαστο.

Η παγίδα του 3% και τα κόμματα-σφραγίδες

Το πρόβλημα οξύνεται δραματικά από το χαμηλό εκλογικό όριο εισόδου στη Βουλή, το οποίο παραμένει καθηλωμένο στο 3%.

Αυτό το ελάχιστο ποσοστό αποτελεί ανοιχτή πρόσκληση για τον κατακερματισμό του κοινοβουλίου και την είσοδο ευκαιριακών σχηματισμών. Ένα ποσοστό της τάξης του 3,01% δεν εκφράζει κανένα συγκροτημένο κοινωνικό ρεύμα με πρόταση διακυβέρνησης. Συνήθως εκφράζει μια παροδική, τυφλή διαμαρτυρία ή εξυπηρετεί προσωπικές στρατηγικές και υπόγειες σκοπιμότητες.

Το χαμηλό όριο, σε συνδυασμό με την έλλειψη ελέγχου της ουσίας των κομμάτων, δημιούργησε ένα εκφυλιστικό φαινόμενο:

  • Σχηματισμούς-φαντάσματα που στήνονται μέσα σε λίγες εβδομάδες πριν τις εκλογές.
  • Αχυρανθρώπους που τοποθετούνται ως επικεφαλής βιτρίνας για να παρακάμψουν τυπικά νομικά κωλύματα.
  • Κοινοβουλευτικές ομάδες που εισέρχονται στη Βουλή, απολαμβάνουν κρατική χρηματοδότηση και βήμα λόγου, για να διαλυθούν ή να αλληλοσπαραχθούν λίγους μήνες αργότερα.

Τροπολογίες της τελευταίας στιγμής και αμηχανία του Αρείου Πάγου

Αντί να υπάρξει μια γενναία, μόνιμη συνταγματική τομή, η ελληνική πολιτεία κατέφυγε τα τελευταία χρόνια στη χειρότερη δυνατή πρακτική: στα νομοθετικά μπαλώματα της τελευταίας στιγμής.

Λίγες εβδομάδες πριν στηθούν οι εθνικές κάλπες, η εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία ψήφιζε διαδοχικές τροπολογίες, επιχειρώντας να ορίσει ποιος είναι ο «πραγματικός ηγέτης» ενός κόμματος. Η ευθύνη μετακυλίστηκε άτσαλα στο Α’ Τμήμα του Αρείου Πάγου, το οποίο κλήθηκε μέσα σε ελάχιστα 24ωρα να επιτελέσει ρόλο συνταγματικού ανακριτή, ελέγχοντας φακέλους συνδυασμών υπό αφόρητη πολιτική πίεση.

Το αποτέλεσμα ήταν ένας θεσμικός διασυρμός. Η δημοκρατία φάνηκε φοβική, οι απαγορεύσεις λειτούργησαν ως διαφήμιση για τους αποκλεισμένους, και τελικά οι μηχανισμοί καταστρατηγήθηκαν την επόμενη στιγμή μέσω νέων κομμάτων-κελυφών. Η υπόθεση μεταφέρθηκε εκ των υστέρων στα ακροατήρια του Εκλογοδικείου, αφήνοντας πίσω της μια παρατεταμένη σκιά θεσμικής εκκρεμότητας.

Συμπεράσματα

Το πολίτευμα της Ελλάδας παραμένει όμηρος του μεταπολιτευτικού του συνδρόμου. Ενώ οι ιστορικές αιτίες που γέννησαν το Άρθρο 29 το 1975 είναι απόλυτα σεβαστές, η εμμονή στη διατήρηση ενός συστήματος χωρίς φίλτρα και χωρίς άμυνες αποτελεί σήμερα πολιτική αφέλεια.

Μια σύγχρονη ευρωπαϊκή δημοκρατία δεν μπορεί να αμύνεται με νυχτερινές τροπολογίες λίγο πριν ανοίξουν οι κάλπες. Οφείλει να διαθέτει πάγιους κανόνες, ψηλά αναχώματα και θεσμικά όργανα που προστατεύουν το πολίτευμα χωρίς εκπτώσεις και χωρίς μικροκομματικούς υπολογισμούς.

Επίλογος

Πώς στέκεται όμως η Ελλάδα όταν τεθεί δίπλα στα μεγάλα θεσμικά πρότυπα του δυτικού κόσμου; Πώς προστατεύονται οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Μεγάλη Βρετανία και η Γερμανία, και γιατί το ελληνικό μοντέλο της μονοκομματικής «αυτοδυναμίας» αποδεικνύεται τόσο ευάλωτο;

Στο τρίτο και τελευταίο μέρος της σειράς, βάζουμε στο μικροσκόπιο τα τέσσερα συνταγματικά συστήματα, αναδεικνύουμε μέσα από έναν συγκριτικό πίνακα τις θεμελιώδεις διαφορές τους και καταθέτουμε τις προτάσεις για τη βαθιά θεσμική τομή που έχει άμεση ανάγκη η πατρίδα μας.

Διαβάστε τη συνέχεια στο Μέρος Γ: Η σύγκριση των τεσσάρων και η μεγάλη τομή.

#Ελλάδα #Σύνταγμα #Μεταπολίτευση #Εκλογές #Βουλή

Ο Ευάγγελος Αθανασιάδης είναι Συνταγματάρχης ε.α. και Διαχειριστής – Αρθρογράφος της ιστοσελίδας
 fonientos.com Πένα & Ξίφος

Αν το βρήκατε ενδιαφέρον και σας έδωσε τροφή για σκέψη, μπορείτε να το κοινοποιήσετε.

Facebook
LinkedIn
X
Telegram
WhatsApp
Tumblr

Η σκέψη μοιράζεται, δεν αντιγράφεται. Αναφορά στην πηγή είναι πράξη σεβασμού.

Όταν ανεβαίνει νέο άρθρο, έρχεται στο mail σου

“Σημαντικό: Μετά την εγγραφή σας, ελέγξτε τα Εισερχόμενά σας για το email επιβεβαίωσης.
Αν δεν το βρείτε, παρακαλούμε ρίξτε μια ματιά και στον φάκελο των Ανεπιθύμητων (Spam).”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *